Μια σημαντική νομοθετική παρέμβαση για την αγορά αγροτικής γης δρομολογεί το νέο σχέδιο νόμου με τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη», επιχειρώντας να αντιμετωπίσει ένα χρόνιο εμπόδιο που κρατούσε «παγωμένες» μεταβιβάσεις, επενδύσεις και αξιοποίηση αγροτεμαχίων.
Ξεμπλοκάρουν οι κληρονομιές αγροτικής γης! 'Ερχεται ρύθμιση για μεταβιβάσεις
Στο επίκεντρο της ρύθμισης βρίσκεται το άρθρο 17, το οποίο προβλέπει μια κρίσιμη εξαίρεση για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί μέσω κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής. Με τη νέα διάταξη καθίσταται δυνατή η σύνταξη και μεταγραφή συμβολαίων μεταβίβασης ακόμη και χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικού από τη Φορολογική Διοίκηση για την υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς.
Βασική προϋπόθεση είναι η σχετική δήλωση να υποβάλλεται ταυτόχρονα με τη δήλωση φόρου μεταβίβασης, ενώ ο συμβολαιογράφος θα αναλαμβάνει να παρακρατεί και να αποδίδει τον αναλογούντα φόρο από το τίμημα της αγοραπωλησίας
Στην πράξη, η ρύθμιση αναμένεται να δώσει λύση σε εκατοντάδες περιπτώσεις αγοραπωλησίας αγροτικής γης που μέχρι σήμερα παρέμεναν σε εκκρεμότητα, επειδή οι κληρονόμοι δεν μπορούσαν να καλύψουν άμεσα τον φόρο που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής κληρονομιάς. Το αποτέλεσμα ήταν να καθυστερούν ή και να ματαιώνονται πωλήσεις, επενδυτικά σχέδια και κάθε μορφή αξιοποίησης των εκτάσεων, με εμφανείς επιπτώσεις στην αγροτική οικονομία.
Ωστόσο, η νέα διάταξη επιχειρεί να αντιμετωπίσει μόνο μία πτυχή ενός πολύ ευρύτερου και διαχρονικού προβλήματος: τον πολυτεμαχισμό της αγροτικής γης στην Ελλάδα
Το ισχύον κληρονομικό σύστημα, που βασίζεται στην ισότιμη κατανομή της περιουσίας μεταξύ των κληρονόμων, έχει οδηγήσει με την πάροδο των δεκαετιών στη δημιουργία μικρών, διάσπαρτων και συχνά μη λειτουργικών αγροτεμαχίων. Η πραγματικότητα αυτή υπονομεύει τη βιωσιμότητα πολλών εκμεταλλεύσεων, καθώς το μικρό μέγεθος και η γεωγραφική διασπορά ανεβάζουν το κόστος παραγωγής και περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες οικονομιών κλίμακας.
Παράλληλα, η πολυϊδιοκτησία δυσκολεύει σοβαρά τη λήψη αποφάσεων για επενδύσεις, όπως η εγκατάσταση σύγχρονων υποδομών ή η αλλαγή του καλλιεργητικού μοντέλου. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα αγροτεμάχια παραμένουν αναξιοποίητα, καθώς οι ιδιοκτήτες τους δεν είναι ενεργοί αγρότες ή κατοικούν μακριά από την περιοχή όπου βρίσκεται η έκταση.
Το πρόβλημα επιβαρύνεται και από τα νομικά και διοικητικά εμπόδια που δημιουργεί η πολυϊδιοκτησία, αυξάνοντας το κόστος των συναλλαγών και καθυστερώντας σημαντικά κάθε μεταβίβαση ή εκμίσθωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν και τα ζητήματα που είχαν ανακύψει με τον ΑΤΑΚ στις δηλώσεις εκμίσθωσης αγροτεμαχίων στο ΟΣΔΕ.
Ακόμη όμως και όταν υπάρχει ενδιαφέρον για συγκέντρωση γης, η διαδικασία παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Οι συναισθηματικοί δεσμοί με την οικογενειακή περιουσία, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό συνιδιοκτητών, λειτουργούν συχνά αποτρεπτικά για την επίτευξη συμφωνιών.
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει, πάντως, ότι ο πολυτεμαχισμός δεν είναι αναγκαστικά αδιέξοδο. Στη Γαλλία, ειδικοί οργανισμοί διαχείρισης γης παρεμβαίνουν ενεργά στην αγορά, αγοράζοντας και αναδιανέμοντας εκτάσεις με στόχο τη δημιουργία βιώσιμων αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Στην Ολλανδία, η συστηματική εφαρμογή αναδασμών και ο κεντρικός σχεδιασμός έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα αποδοτικής γεωργίας. Αντίστοιχα, στη Γερμανία εφαρμόζονται περιορισμοί στην κατάτμηση της γης, καθώς και πρακτικές μεταβίβασης της εκμετάλλευσης σε έναν βασικό διάδοχο.
Στην Ελλάδα, αντίστοιχες πολιτικές είτε εφαρμόστηκαν αποσπασματικά είτε δεν είχαν συνέχεια. Οι αναδασμοί περιορίστηκαν κυρίως σε παλαιότερες δεκαετίες, ενώ δεν διαμορφώθηκε ποτέ ένας σταθερός και οργανωμένος μηχανισμός διαχείρισης αγροτικής γης που να δίνει κατεύθυνση στην αγορά.
Στο τραπέζι παραμένουν προτάσεις όπως η δημιουργία «τράπεζας γης» για τη συγκέντρωση και αξιοποίηση ανενεργών εκτάσεων, η παροχή φορολογικών κινήτρων για συγχωνεύσεις αγροτεμαχίων, αλλά και η ενίσχυση της μίσθωσης ως πιο ευέλικτης μορφής πρόσβασης στη γη. Παράλληλα, εξετάζονται και νέα συνεργατικά σχήματα, τα οποία θα μπορούσαν να επιτρέψουν την κοινή καλλιέργεια χωρίς να απαιτείται αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος.
Η νέα ρύθμιση, επομένως, εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως άμεση ανάσα για την αγορά αγροτικής γης, ξεμπλοκάροντας μεταβιβάσεις και επενδύσεις που λιμνάζουν εδώ και χρόνια. Δεν αρκεί όμως από μόνη της για να αντιμετωπίσει το βαθύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα του πολυτεμαχισμού, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τον εκσυγχρονισμό και την ανταγωνιστικότητα του πρωτογενούς τομέα.
με πληροφορίες workenter.gr