![]() |
| Νέος κανονισμός για τους σπόρους από την Ε.Ε |
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στοχεύει να αντικαταστήσει 10 από τις 12 υφιστάμενες οδηγίες που ρυθμίζουν σήμερα τον τομέα
Η παρέμβαση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια: το τι επιτρέπεται να κυκλοφορεί ως «εγκεκριμένο» αναπαραγωγικό υλικό διαμορφώνει, σε μεγάλο βαθμό, το τι τελικά καλλιεργείται στα χωράφια και στους κήπους, άρα και το πόσο ανθεκτική είναι η γεωργία σε ξηρασίες, ασθένειες και κλιματικές πιέσεις.
Η συζήτηση συνδέεται άμεσα με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, της στρατηγικής «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο» και της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα, που ζητούν μεγαλύτερη γενετική ποικιλότητα στις καλλιέργειες και ευκολότερη πρόσβαση σε παραδοσιακές και τοπικά προσαρμοσμένες ποικιλίες.
Η βασική καινοτομία της πρότασης είναι η εισαγωγή κριτηρίων βιωσιμότητας για την καταχώριση νέων ποικιλιών που προορίζονται για επαγγελματίες χρήστες. Η μέχρι σήμερα αξιολόγηση «αξίας για καλλιέργεια και χρήση» (VCU) μετεξελίσσεται σε «αξία για βιώσιμη καλλιέργεια και χρήση» (VSCU), με έμφαση, μεταξύ άλλων, σε ανθεκτικότητα σε ασθένειες, προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και μειωμένη ανάγκη για εισροές όπως φυτοφάρμακα και λιπάσματα.
Ταυτόχρονα, προβλέπονται σημαντικές εξαιρέσεις και «ελαφρύτεροι» κανόνες: το ΑΜΚ για ερασιτέχνες κηπουρούς θα απαλλάσσεται από απαιτήσεις καταχώρισης και πιστοποίησης (με ειδική σήμανση ότι δεν είναι επίσημα πιστοποιημένο), ενώ οργανισμοί διατήρησης και τράπεζες σπόρων θα εξαιρούνται από πολλές υποχρεώσεις, αρκεί να τηρούν μητρώα. Οι ποικιλίες διατήρησης αντιμετωπίζονται με λιγότερο αυστηρούς όρους, αναγνωρίζοντας ότι συχνά δεν «χωρούν» εύκολα στα κλασικά κριτήρια ομοιομορφίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η ανταλλαγή σπόρων μεταξύ γεωργών: η πρόταση επιτρέπει ανταλλαγές «σε είδος» σε μικρές ποσότητες, ως εργαλείο διατήρησης γενετικής ποικιλότητας στο χωράφι, με περιορισμούς (π.χ. χωρίς μεσάζοντες και όχι για ποικιλίες που προστατεύονται από δικαιώματα ποικιλίας).
Οι διαφωνίες, όμως, παραμένουν έντονες: ο κλάδος των σπόρων προειδοποιεί για κινδύνους στην ισονομία και στη διασφάλιση ποιότητας από τις εξαιρέσεις, ενώ οργανώσεις αγροβιοποικιλότητας φοβούνται ότι η ρύθμιση συνεχίζει να ευνοεί ένα μοντέλο ομοιομορφίας που συρρικνώνει την ποικιλία των διαθέσιμων σπόρων.
