Γιατί δεν συνιστάται η εδαφική λίπανση στα ελαιόδεντρα μέσα στον Αύγουστο

Γιατί δεν συνιστάται η εδαφική λίπανση στα ελαιόδεντρα μέσα στον Αύγουστο

Οι συνθήκες που επικρατούν στο δεύτερο μισό του Αυγούστου, με υψηλές θερμοκρασίες, ξηρούς ανέμους και υπερθερμασμένο έδαφος, επηρεάζουν άμεσα τη φυσιολογία της ελιάς και περιορίζουν σημαντικά τη δυνατότητα του φυτού να αξιοποιήσει μια λίπανση που εφαρμόζεται αυτή την περίοδο.

Όταν η θερμοκρασία του εδάφους ξεπερνά τους 28 - 30 βαθμούς Κελσίου, το ριζικό σύστημα λειτουργεί με αισθητά μειωμένο ρυθμό. Παράλληλα, επιβραδύνεται η φυσική αποδόμηση της οργανικής ουσίας, μειώνεται η απορρόφηση αζώτου και περιορίζεται η πραγματική διαθεσιμότητα φωσφόρου και καλίου.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το ελαιόδεντρο περιορίζει τη βλαστική του ανάπτυξη και τη φωτοσυνθετική δραστηριότητα και αξιοποιεί μέρος των αποθεμάτων που δημιούργησε την άνοιξη, προκειμένου να υποστηρίξει τον καρπό και τις βασικές ζωτικές λειτουργίες του.

Για τον λόγο αυτό, η εφαρμογή θερινής λίπανσης στο έδαφος θεωρείται ιδιαίτερα αναποτελεσματική. Η υψηλή θερμοκρασία μειώνει την ικανότητα των ριζών να απορροφήσουν τα θρεπτικά στοιχεία, ενώ οι οργανικές ουσίες δεν μετασχηματίζονται με τον επιθυμητό ρυθμό.

Μια τέτοια παρέμβαση μπορεί έτσι να οδηγήσει σε χαμηλή αξιοποίηση του λιπάσματος και, στις δυσμενέστερες περιπτώσεις, σε προβλήματα στο ριζικό σύστημα ή σε φυσιολογικές ανισορροπίες.

Η θρέψη της ελιάς, επομένως, δεν πρέπει να επισπεύδεται αλλά να προγραμματίζεται με βάση τη φυσιολογία του δέντρου και τις συνθήκες του εδάφους.

Η καταλληλότερη περίοδος εντοπίζεται μετά τη συγκομιδή, κατά κανόνα το φθινόπωρο, όταν η θερμοκρασία του εδάφους υποχωρεί κάτω από τους 20 βαθμούς και οι βροχοπτώσεις αποκαθιστούν την υγρασία του.

Την περίοδο αυτή το ριζικό σύστημα της ελιάς περνά σε δεύτερη φάση έντονης δραστηριότητας μέσα στο έτος. Μετά την απομάκρυνση του φορτίου των καρπών και σε ηπιότερες θερμοκρασίες, ενισχύεται η ανάπτυξη νέων απορροφητικών ριζών και επανενεργοποιείται η ριζόσφαιρα.

Το φθινόπωρο είναι επίσης κρίσιμη περίοδος για τη δημιουργία αποθεμάτων. Η ελιά αποθηκεύει άνθρακα, άζωτο, φώσφορο και κάλιο στο ξύλο και στις ρίζες, ώστε να υποστηρίξει τη διαφοροποίηση των ανθοφόρων οφθαλμών και τη βλάστηση της επόμενης άνοιξης.

Για αυτή τη φάση προτείνονται ισορροπημένα οργανo-ανόργανα λιπάσματα NPK, τα οποία συνδυάζουν οργανική ουσία με ανόργανα θρεπτικά στοιχεία. Η οργανική συνιστώσα συμβάλλει στη βελτίωση της δομής του εδάφους, στη συγκράτηση των θρεπτικών στοιχείων και στην ενίσχυση της μικροβιακής δραστηριότητας.

Για ενήλικους ελαιώνες ή εδάφη που έχουν υποστεί παρατεταμένη υδατική και θερμική καταπόνηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν σκευάσματα με αυξημένη περιεκτικότητα σε οργανική ουσία και μεγαλύτερη αναλογία καλίου, όπως τύποι 7-5-14.

Στους νεότερους ελαιώνες ή σε δέντρα που χρειάζεται να ανακτήσουν ζωηρότητα μπορούν να επιλεγούν  σκευάσματα με υψηλότερη αναλογία αζώτου (Ν), όπως 18-8-10, υπό την προϋπόθεση ότι το άζωτο απελευθερώνεται σταδιακά. Στόχος είναι να αποφεύγεται έντονη όψιμη βλάστηση που θα μπορούσε να καταστήσει τους νέους ιστούς περισσότερο ευάλωτους στα πρώτα κρύα.

Σημαντικό στοιχείο της φθινοπωρινής θρέψης θεωρείται και το βόριο (Β), το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί στο έδαφος ή διαφυλλικά πριν από τον λήθαργο, καθώς συνδέεται με τη γονιμότητα της γύρης, τη μελλοντική καρπόδεση και τη λειτουργία των μεριστωματικών ιστών.

Σε βιολογικούς ελαιώνες ή σε εδάφη με ασβεστούχο και αλκαλικό χαρακτήρα, η πηγή προτείνει οργανικά αζωτούχα λιπάσματα εμπλουτισμένα με σίδηρο (Fe) και μαγνήσιο (Mg), κατά προτίμηση σε μορφή θειικών αλάτων.

Ως ενδεικτική δόση εφαρμογής στο έδαφος αναφέρονται γενικά τα 300 έως 600 κιλά ανά εκτάριο, ή περίπου 2 έως 5 κιλά ανά δέντρο στους παραδοσιακούς ελαιώνες. Η τελική ποσότητα, ωστόσο, πρέπει να προσαρμόζεται στο ύψος της παραγωγής που αφαιρέθηκε, στη ζωηρότητα της κόμης, στην ηλικία των δέντρων και στα αποτελέσματα ανάλυσης του εδάφους.

Σε χρονιές με ιδιαίτερα θερμά καλοκαίρια, το βασικό μήνυμα είναι ότι η λίπανση της ελιάς δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά. Η σωστή φθινοπωρινή θρέψη, μετά τη συγκομιδή και όταν το έδαφος επανέλθει σε ευνοϊκότερες συνθήκες, αποτελεί τη βάση για την αναπλήρωση των αποθεμάτων και την προετοιμασία της επόμενης παραγωγικής περιόδου.

OlivoNews, GIORNALE DI OLIVICOLTURA E PENSIERO CIRCOLARE